Новогреческий словарь
ενδέκκριση
ενδέκκριση
η
внутренняя секреция
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
внутренняя секреция
? —
ενδέκκριση
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενδέκκριση
? — внутренняя секреция
#
(ново)греческий словарь
—
πολιτικάντης
—
αγγλόφιλος
—
ηλεκτροπαραγωγός
—
ασόδιαστος
—
διασαφητικός
—
καλόπιοτος
—
σούρα
—
φραγκοδίφραγκα
—
μάνα
—
επαναδίπλωσις
—
θαλασσοπνίγω
—
καλοφαίνομαι
—
ξεκολλάω
—
στάφνη
—
νοσηλευτήριο
—
άμεικτος
—
αρταίνομαι
—
γελαστικά
—
αβελόνιαστος
—
πασιφισμός
—
φιλέτο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,