κηροπωλείο

формы словаβ
κηροπωλείο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κηροπωλείο? —


αραβόσιτοςκενώνωπροσέδραμονασβόςμετεωρισμόςπηκτήδεκαπενταμερίαάπταισταδιαδρομεύωγομάριαδιαυλακώνωζωόσπερμαφλογισμόςπλησιάζωφωτογράφησηκόπτηςγεωτρύπανομονόπατοςδιορθωτικάανοδικώςκηλίδωση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit