μονόχερ|ος

формы словаβ
μονόχερ|ος
ο, η однорукий человек



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово однорукий человек? — μονόχερος
как с (ново)греческого переводится слово μονόχερος? — однорукий человек


γάσαζητουλειάεπικυρωτικόςπυρκαϊάμίλημαγαϊδουροκαθίζωπρωτομαγιάτικαερωτοκουβέντακατατοπίζωλαθρόχειραςμεγαλεπήβολοςνεκρολάτρηςκινηματόγραφοςαπολεπιστικόςοφθαλμοφανώςαμητόςσημαιοφόροςεπεξηγώζωνάριεκτραχηλίζομαιθάλλιο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit