Новогреческий словарь
εκφορητικός
εκφορητικός
отводный
(о трубке, канале)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отводный
? —
εκφορητικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκφορητικός
? — отводный
#
(ново)греческий словарь
—
υπερτροφικός
—
γοργόσβηστος
—
χεράτο
—
καγιανάς
—
ημιδιμοιρία
—
μπογάζι
—
πολυτέλεια
—
στυτικός
—
σανσκριτικός
—
υπόχρεος
—
βοτανισμένος
—
χάϊδι
—
πλαγιοτροχασμός
—
πληροφοριοδότρια
—
παρελκόμενο
—
σημύδα
—
ολοκληρωτικά
—
αποδεικνύω
—
μεταμορφωτικός
—
κεραμικός
—
φουσκωτός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,