Новогреческий словарь
μονόπατος
μονόπατ|ος
одноэтажный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
одноэтажный
? —
μονόπατος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονόπατος
? — одноэтажный
#
(ново)греческий словарь
—
ψιθυρίζεται
—
κωλοφωτιά
—
εφορεία
—
δεκοεννεαετής
—
κεραμευτικός
—
πικρόγλωσσος
—
σύνθλιψη
—
πιθαράδικο
—
δόκτορας
—
διερευνώ
—
σείση
—
Βατοπέδι
—
φαρμακοδυναμικά
—
αντανάκλαση
—
φλογόλευκος
—
αντρειά
—
επιδερμοφοτία
—
αφίσσα
—
προσκυνοχάρτι
—
κονιορτός
—
διαθηκικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,