Новогреческий словарь
κουραστικά
κουραστικά
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
κουραστικά
? —
#
(ново)греческий словарь
—
βαλβίδα
—
παγωνιά
—
ωοφαγία
—
υπόμνηση
—
ναυτιλλόμενος
—
τριετής
—
αναδρομικά
—
προσήνεμος
—
βροντώδης
—
στιλέττο
—
διπλοψήφιση
—
αργιλόχωμα
—
σταθεροποιούμαι
—
αποβουτυρώνω
—
ετέθην
—
χαίρε
—
γαλατσόχορτο
—
αποθρασύνω
—
σωρεία
—
υποχόνδριος
—
σαλιγκάρι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,