Новогреческий словарь
τοξικολογικός
τοξικολογικός
мед.
токсикологический
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
токсикологический
? —
τοξικολογικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
τοξικολογικός
? — токсикологический
#
(ново)греческий словарь
—
δίκυρτος
—
εξοντώνομαι
—
μοιάσιμο
—
προσνήωση
—
αρχινώ
—
άρχων
—
σπανομαρία
—
καϊμακλής
—
ξεδοντιάζομαι
—
Μεξικάνα
—
τρόπος
—
εξερεθίζομαι
—
εκρωσίζω
—
αμλετικός
—
μπέϊσσα
—
πιστοδότηση
—
μούχλας
—
γόνος
—
δοκογέφυρα
—
ιδίωμα
—
μεταδοτικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,