Новогреческий словарь
γαλακτοτροφία
γαλακτοτροφία
η
молочная диета; питание одним молоком
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
молочная диета
? —
γαλακτοτροφία
как на
(ново)греческом
будет слово
питание одним молоком
? —
γαλακτοτροφία
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαλακτοτροφία
? — молочная диета, питание одним молоком
#
(ново)греческий словарь
—
ατέλεστος
—
διοπτικός
—
τάληρο
—
σαλάτα
—
γαστρικός
—
ξεδολώνω
—
απρόκοφτος
—
επισκευαστικός
—
ευπρόσδεκτος
—
λασκάρισμα
—
αμάργαρος
—
μάλαξη
—
πιθηκάνθρωπος
—
φεστιβαλικός
—
βεβηλωμένος
—
μαμμόθρεφτος
—
ασυνάρτητο
—
προσκύνηση
—
υστεροπληγία
—
βωλοστροφω
—
γύμναση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,