πυκνότης

формы словаβ
πυκνότης



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πυκνότης? —


βατσινάρωβουλευτήςνηστήσιμοςναρκωτικόαναπαραγωγήδωδεκάδαουρλιαχτόπνευματικάβιβλιοφιλίακαρδιάποικιλωδίαεπτάμηνονσπυριάρικοςεξηκαθούμενοςαναξιοπαθήςΠέραμακαλάθιαχτινογράφημαθριαμβεύωαλαφροπιάνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit