σταντζιέρα

формы словаβ
σταντζιέρα
η мор. галс (снасть)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово галс? — σταντζιέρα
как с (ново)греческого переводится слово σταντζιέρα? — галс


στρούμποςκουλαντρίζωεισρέωαμετασκεύαστοςχορταριασμόςτάβλααλευροποιίαμεσοπέλαγαμηναίοανηλεήςαντιδογματικόςαφέσιμοςσκουραίνωευλογώξηροπόταμοςψιλοκομμένοςαμετάλλαχτοςεφησυχάζωελατότηταπρολειαίνωαπομυξιάζομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit