|
η геод. тахеометрия #(ново)греческий словарь как на (ново)греческом будет слово тахеометрия? — ταχυμετρία как с (ново)греческого переводится слово ταχυμετρία? — тахеометрия — αναχασκίζω — βρέχτης — μοναχοκόρη — θεοφύλακτος — εντεροστομία — σκιοσκοπιο — κακοφαγία — θεματολογία — γάντι — αιμομίκτης — αχτιδοβολή — νεφοσκόπιο — δίγενος — μπλόκος — κοινόλεχτος — ψήφα — κλυδώνισμα — λουτσιά — πεντάρι — αμπογιάντιστος — κατσίκι |
|||