προσκεφάλι

формы словаβ
προσκεφάλι
το подушка;
          μαλακό ~ — мягкая подушка;
          ~α τού καναπέ — валики дивана;
          κάθομαι (или αγρυπνώ) στό προσκέφαλο του — [phrase]не отходить от постели [/phrase] (больного)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово подушка? — προσκεφάλι
как с (ново)греческого переводится слово προσκεφάλι? — подушка


προτελευταίοςλίπασμαμηδόλωςκαταχειροκροτώγκαζιέραεγκαλώρετιρέβρωμογύναικαβυθίζωξεπετιέμαιμπορςδάκνωσυρρικνούμαιβασικότετράχορδοςσόδιασμαελεφαντοκόκκαλοδιποδίζωαυτοθαυμασμόςχρυσομάλληςκαμινευτής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit