σεισμικός

формы словаβ
σεισμικός
сейсмический;
          ~ή δόνηση — землетрясение; подземный толчок



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сейсмический? — σεισμικός
как с (ново)греческого переводится слово σεισμικός? — сейсмический


αφεντομουτσουνάραφαλμπαλάςσιτοκαλλιεργητήςκοινωνιολογίαεπιτύμβιοςηλεκτρισμόςπαλιατζήδικοθεώμοισυντροφικόςσειράαειφανήςκοινολεκτικόςροδάνικυκλοφορώβούραλειτουργόςσφυρώακαματιάτσουλάκιαφυσητόςψήγμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit