αποτύφλωση

формы словаβ
αποτύφλωση
η прям., перен. ослепление



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово ослепление? — αποτύφλωση
как с (ново)греческого переводится слово αποτύφλωση? — ослепление


οστεοβλάσταιλυπομανήςσιτευτόςεπίπλοονλύτρωμααλήτηςμαραγγιασμένοςπυριγενήςκαρβουνιάδεκεμβριστέςδιανεμητικόςσπανομαρίαραμφοφόροςπροέλληναςφάλτσοςμορφοποιούμαιδιερώτησηχορτοφαγικόςψιμυθίτηςσκουραίνωεθνικοσοσιαλίστρια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit