εκδικιέμαι

формы словаβ
εκδικιέμαι
мстить;
          ~ τόν φόνο ν — мстить за убийство;
          ~ τους εχθρούς μου — мстить своим врагам;
          θά τόν εκδικηθώ! — [phrase]я ему отомщу![/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мстить? — εκδικιέμαι
как с (ново)греческого переводится слово εκδικιέμαι? — мстить


καραγκούνικοςυψηλόεκατόευπεψίαανάσυρτοςτσουκνίδαάγενοςεσονύχτικρυσταλλιάζωτσιγαροθήκημεταμοντερνιστήςψώλαροςβαρώφυσικάμουγκαλίζωετερόκεροςλεπτόςδιαφανήςβαμβακοκάρυονκόσμιαάθελος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit