τεκμηριώνομαι

формы словаβ
τεκμηριώνομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τεκμηριώνομαι? —


βρομάωπρωτόγονοφορτίσσιμοξεχόλιασμαομολόγημαασχόλαστοςενταφίασηελλειπήςλουτσιάπαραδειγματίζωπάσσαραδιαγέρνωγλυκοπυρώνωχάνοςλυσσιακότάνυσμαλουτρικόςλοξοδρόμησηδόξαανασκέλιασμαστολίστρια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit