αρκτοκέφαλ|ος

формы словаβ
αρκτοκέφαλ|ος
ο тюлень (один из видов)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово тюлень? — αρκτοκέφαλος
как с (ново)греческого переводится слово αρκτοκέφαλος? — тюлень


εκχύνομαιταΐνιαυτοκινητάδαφιδοζώνομαιτυπολιθογραφίαέεκειαπροτρέπωπερισυλλογήσαρκοβόροςαπάχισσαπροσκοπικόςκορούνδιοπλεύσιμοςδιατείνουσααδέκαροςγαϊδουροφόρτωμαξελάκκισμαξίκικαεισέφρησασιαλώδιαστραμμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit