αποδειχθείς

формы словаβ
αποδειχθείς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αποδειχθείς? —


στεατίτηςβοητόχανάτοαγέμιστοςαγεροκόμητοςυλοζωιστήςτύμβοςφώλισταχωτήςφιλινάδαορκοδοτικόςκεράψίλωσηδιπλοεγγεγραμμένοςγλέπωχότζαςεπιδείνωσησπαυδαιοφανήςκιγκλίςγυναίκειοςσύθεμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit