ιεροεξεταστικός

формы словаβ
ιεροεξεταστικός
прям., перен. инквизиторский



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово инквизиторский? — ιεροεξεταστικός
как с (ново)греческого переводится слово ιεροεξεταστικός? — инквизиторский


φυγόμαχοςροζιάρηςξαφορμίζωμαχαιροποιόςωροδείκτηςαυτεπαγωγήριγέεπέκταμαανεμοκινητήραςχιονίστραγνωμοδότημαεπιδεινωτικόςμαρτυριάφειδώανεξομολόγητοςψιψίρηςμπάσιμοπταίσμααλετρίζωκτητικόςτζούτα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit