παράγραφ|ος

формы словаβ
παράγραφ|ος
η, ο 1) параграф;
2) абзац;

===
          αυτό είναι άλλος ~ — [phrase]это другое дело[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово параграф? — παράγραφος
как на (ново)греческом будет слово абзац? — παράγραφος
как с (ново)греческого переводится слово παράγραφος? — параграф, абзац


Αμερικάνοςλιγοψυχάωφυλλοβολίαμπάλσαμοζερβοχέρηςπαρελθώνφαεινήαντιβολήαπαλλαξίδινοστιμούτσικοςήλθασφυρίκτραέμπαμετέωροςανεύθυνοςεκμυζώεργιονπαραξήγησηκαρύοψηλαζαρέτογλεντοκόπημα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit