ἐλευθερῶ

формы словаβ
ἐλευθερῶ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ἐλευθερῶ? —


ακαλοπλήρωτοςκτητορικόςευχητικόςελεφαντίδιονπαραφράζωωννομανήςσυμμαχικόςήβηρεβεγιόνμεσοχείμωναπεινάωινδιάναβαγονέττοέμβλημασκαλωσιάυδατόσφαιροντερπνόςκυβερνήτρασυνδιαλλασσόμενοςμποτίλιααυτοβιογραικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit