βοοτυριέρα

формы словаβ
βοοτυριέρα
η маслёнка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово маслёнка? — βοοτυριέρα
как с (ново)греческого переводится слово βοοτυριέρα? — маслёнка


μπολερόπασχαλιάμυκτηριστήςκρότωναςφωνόμετροσερβίτσιοχαλυβικόςβομβητήςμεζελίκισυχάζωσπερμολογίακεραυνοβόλίαλατομικόςπώμαανάργητοςτυποτηλεγραφίαεπανεκλογήπρωταπαντώκοκκώδηςεφτακοσάρααποχαλινώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit