προεμπειρικός

формы словаβ
προεμπειρικός
филос. аперцептивный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово аперцептивный? — προεμπειρικός
как с (ново)греческого переводится слово προεμπειρικός? — аперцептивный


κρυόπλασμαμεταλαμπάδευσηαξιωμένοςκαμπαρντίναάγευστοςεφοδίασηαιγίδααμφιετηρίδαεκπεταννύωμπήκαγαληνιαίοςαναφορικόςβορράςτέζαχαλικόστρωμαντερμπεντέρικασαπφείρινοςαποσταφιδιάζωακυρότητααντιπροσφέρωξαναβάλλω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit