μονοθέσι|ος

формы словаβ
μονοθέσι|ος
одноместный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово одноместный? — μονοθέσιος
как с (ново)греческого переводится слово μονοθέσιος? — одноместный


βάσανολεμονάνθιμακροβιότηταβαρβαρικόςσόντεκνοςαυτόδηλοςαντικειμενιστήςπισωκωλώνωΙνδοευρωπαίοικανναβέλαιονΠαναμάςπλατύνωεσχατόγηρωςευερέθιστοςαντιδιαστολήμεγιστοποιούμαιΑυστραλόςπολυθεϊστήςπροσαύξημαανακωχεύωαμυγδαλόπαστα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit