προωθητικός

формы словаβ
προωθητικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово προωθητικός? —


μουλινέαυτοκινητιστικόςαυτόφωροςισραηλίτισσαεξελλήνισηθετικιστήςημεροδείκτηςυποπτεύομαιρεμέντζοπαραγωγικώςαστερόφωτοςτερτσίνατριμερώςπολύκλαδοςεκκρουστικόςαρρενωπόδιάκονονταμαρήσιοςχαμοκουκκιάσπουδαιολογώαποδεπά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit