ωμοφόριο

формы словаβ
ωμοφόριο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ωμοφόριο? —


ασυσσώρευτοςγράφαγαλοκτούχοςπροστατεύωβιβλιοβριθήςδυσαρέστησηαφλόγωτοςπαγκοσμιοποίησηπραξικόπημαεβραιολόγοςχαρίζομαιξεγελαστήςαπίστομααυτοκινητοδρόμιονημικρανίαπροδιάθεσηγαίαεννεάμηνοςματεριαλιστήςαλληλοφθονούμαιμεγαλοπράγμων




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit