ημερολογιακός

формы словаβ
ημερολογιακός
календарный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово календарный? — ημερολογιακός
как с (ново)греческого переводится слово ημερολογιακός? — календарный


ΑθηναίοςονειδιστικόςπροτείχισηκοροϊδευτικόςχρονιάρικοςδιεισδυτικότηςπατομπούκαλοΑγγλίαεπιβάρυνσηπαραφυλάττωαποκοίμισμασιωπηλάκαθετοποιούμαιπολυτίμωςέξιςαβυσσαίοςσυνήχησηακρογιαλίτικοςαποξεχνιούμαιτσεύδισμααποχωσιάζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit