διακανονισμός

формы словаβ
διακανονισμός
Урегулирование, улаживание


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διακανονισμός? —


θρουβαλίζωαρχιφυλακείοδιεισδύωεπανωκαμήλαυκονφαλακρόςτεκταινόμεναισοστάθμισηδιαφεντεύωμουχρώνειμητροφονίαανεμώναανθρακοφορτίονασήκωτοςμάντηςταγμααπύριαμήνκαπνοσυλλέκτηςρύπασίαόρθιοςεννεάμηνος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit