ώτα

формы словаβ
ώτα
τα (мн.ч. от ους) уши;
          ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω! — [phrase]имеющий уши да услышит[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово уши? — ώτα
как с (ново)греческого переводится слово ώτα? — уши


κυριότηταπαγοκρύσταλλοιπαραστέκωασυμπτωματικόςμαργαριτάριμισερόςτορπιλλιστήςαυτοανακηρυσσόμενοςξεστραβώνομαιατάϊστοςανεξάλειπτοςχαρέμιαρριβισμόςφιλίαέξάπουςευαγγελικόςαβοτάνιστοςαλυσηξεκοκκαλίζωπαλιοβρώμασυμβολιστής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit