εξερεύγομαι

формы словаβ
εξερεύγομαι
(αόρ. εξερευξάμην и εξήρυγον) изрыгать; извергать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово изрыгать? — εξερεύγομαι
как на (ново)греческом будет слово извергать? — εξερεύγομαι
как с (ново)греческого переводится слово εξερεύγομαι? — изрыгать, извергать


προσκαλεσμένοςκαλαντιστήςζεματιστόςσυλλογισμένοςντάρααγόραιαμβοποιόςαντιλαμβάνομαιΟυγγαρέζοςύδνοφειδωλεύομσιτηλεπικοινωνίαοινοπνευματίασησιτοκαλλιεργητήςκουβάριασμασκύμνοςαπρόκλητααγκαθότοποςπεριφρονητέοςεπιβεβαιώνωεμπόριο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit