καθοδικώς

формы словаβ
καθοδικώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καθοδικώς? —


εξέσπασαγιάμποληεισηνέχθηναπολυμαντήςμπάσοθύρααντιναυαρχίααιώρησηαναπέφτωεμποροϋπάλληλοςπροετοιμασίασυσσωρεύωπαραφράζωυποτιτλισμόςαφυδάτωσηχρυσούςνεόπλασμαεξαερώνωαποδυναμωτικάμισάωροψυχραντικός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit