ανταμείβομαι

формы словаβ
ανταμείβομαι
платиться



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово платиться? — ανταμείβομαι
как с (ново)греческого переводится слово ανταμείβομαι? — платиться


μακελλεύομαικοινωνώεπιτάχυνσηαποκάρωμααχαΐρευτοςκατελώσκανδαλιάρηςξανοστίζωαποδοτικότηταπιτσιλίζωαποβόριμπαταλεύωασβεστοκονίαμααμμοχαλικόστρωτοςέγχρισηδιαβολικόςνιούτσικοςσεισμογενήςσχίζαπαράκτιοςκαρναβαλίστικος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit