αναγλυτσάζω

формы словаβ
αναγλυτσάζω
раскиснуть;
          αναγλύτσασε ο δρόμος από τή βροχή — дорога раскисла от дождя;
          αναγλύτσασε τό ζυμάρι — тесто раскисло



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово раскиснуть? — αναγλυτσάζω
как с (ново)греческого переводится слово αναγλυτσάζω? — раскиснуть


γεράνιοςασοβάτιστοςπαλάγκοζωέμποροςπρήξιμομαρμαροειδήςβράχυνσηκατσιποδιάζωαναχωρητικόςαποχαρβαλώνωρυγχωτόςπεραίωσηρωμαλέοςβαρυ-τριτώνωκατηχήτριαβλήτοιμπρεσσιονίστριαφαραωνικόςκάνθαροςθρόμβος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit