οικογενές

формы словаβ
οικογενές



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οικογενές? —


λειψερόςανοσιουργίατσαχπίναπουτανίστικοςθείοςμαστιχένιοςβαρδιόλαπυγμαχώάπραχτοςαψηλάφητοςγλυκομειδιώαπόξενοςμετασχηματίζωταπετσάρωθαλαμοφύλακαςεπόπτριαγυαλουρίζωερασιτεχνισμόςοστρακώδηπροσχωτικόςτεσσαρακοντούτις




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit