επιβριθώς

формы словаβ
επιβριθώς
сильно;
          έλκε ~! — мор. [phrase]раз, два - взяли![/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сильно? — επιβριθώς
как с (ново)греческого переводится слово επιβριθώς? — сильно


μετριοπαθώςπροσμειδιώμελισσοβούϊσμαισοπλατήςρετσέλιυστερώασύνταχτοςαλληλοσπαραγμόςαλγεβρικόςδηκτήρενηλικιούμαιαχυροκέφαλοςαδιάβλητοςφραγκορραφτάδικοαισθησιορχικόςσαχλαμάραςαποφρακτικόςδιανοούμενηπασχάζωνταηλίκιμαυροφόρος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit