ρεζερβουάρ

формы словаβ
ρεζερβουάρ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ρεζερβουάρ? —


πλευροπνευμονίααναντιστοιχίακωπηλασίαδιαμαντένιοςκαρδιογνώστηςσερδάρηςπανελληνίωςκοιμηθιάξεφτιλισμένοςρεβιζιονιστικόςδεσμίδααρτηρίτιςέκθλιψηδιεγερτικόςπτερύγισμαμολυβοκοντυλιάΔεκέβρηςαναβροχιάαραβικήγύπαςαναλύομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit