καρκινολογία

формы словаβ
καρκινολογία



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καρκινολογία? —


νοικοκυριόμεγαλόστομοςαρχαϊστήςαυθορμητισμόςτριάκονταμακρόχρονοςόρθριοςμεταξύλημαξεποδαριασμένοςποδηλατιστήςάπαρτοςκανηφόροςαναδιοργάνωσηπαλαμάριπαραγέρασμαλουβιάραεκορέσθηνφλομώνωάρατ' αθέματααντιμεταθέτωαιμοπότις




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit