ομαλοποιούμαι

формы словаβ
ομαλοποιούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ομαλοποιούμαι? —


πολυκλινικήξεθηλύκωμαψαροπούλοκαταβρεκτήραξάκριστοςυστεροσκόπησημαγνητίζωτυρόςπρονόμιονταβανόσκουπατεϊόδενδροοπισθάγκωνανεφέλωμαεπίλοιποςαηδονόλαλοςαποκρισάτοραςλιβοζέφυροςοικίδιοναύλοχοςαδιάδοτοςαστειότητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit