αποτραχύνω

формы словаβ
αποτραχύνω
(αόρ. απετράχυνα) обострять, ухудшать (отношения)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово обострять? — αποτραχύνω
как на (ново)греческом будет слово ухудшать? — αποτραχύνω
как с (ново)греческого переводится слово αποτραχύνω? — обострять, ухудшать


ανεκδήλωτοςμόνωσησυρματόβεργααναπόδραστονκουζινίτσαχίμετλονλαϊκάντζααλληλοκτονίαμυθογραφίαγεράνιοςτεχνοκρίτηςκοντοποδαρούσακατακυριεύωξεφλουδισμένοςστρεπτοκοκκιασητραγικότητασυγκλονίζομαικαλλιστείαεπακολουθώζωνάραμεσόσκελο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit