λουμινάκι

формы словаβ
λουμινάκι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λουμινάκι? —


σταυροκοπιέμαικηλιδώνομαιεξαρχοςεπίρραμμαπετεινάριαυτοπρόσωποςαποκρέαμισανδρίαεπάναγκεςδορυφορίακαταιονισμόςεπισκίασιςσύλληψηαψηφοςπροεξάγωκαμηλωτήαέναοςσταυλοχιτώναπειλητικόςόμιλοςπεντάρφανος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit