ωτακουστικός

формы словаβ
ωτακουστικός
1) слуховой;
2) акустический;
          ~ό μηχάνημα — аппарат для подслушивания



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово слуховой? — ωτακουστικός
как на (ново)греческом будет слово акустический? — ωτακουστικός
как с (ново)греческого переводится слово ωτακουστικός? — слуховой, акустический


σκαμπάζωαποκαλυπτήριοςαντίτυποςεπιφώνησιςανθοπονομεύωχοάνηστροβιλίζομαισταυρόκομποςεπιφυλάττωαγαλάχτιστοςεπισκεπτήριοςθερμαντήραςδεκστετραπλάσιοςανθοβολώβελτιώσιμοςτακτοποιούμαιφαντασιοκόπημακαταλογογράφησηαυτοϊκανοποίησηεθνικοσοσιαλιστήςδεί




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit