ποιημάτιον

формы словаβ
ποιημάτιον



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ποιημάτιον? —


πτωχευμένοςολοταχώςαπολιχνίζωαψιδοστάτηςσταθμαρχείομωροπίστευτοςκολοσσιαίοςπαστέλλιαναμόλυνσησοβατίζωπαράμεσοςαγγελοκάμωτοςμωρούδιψυχοδραματικόςξεθυμώνωνιάημεραπερίβολοςξυλιασμένοςεπιμήθειααεριοποιούμαικοράκι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit