Новогреческий словарь
κοσμογόνος
κοσμογόν|ος
творящий мир
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
творящий мир
? —
κοσμογόνος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοσμογόνος
? — творящий мир
#
(ново)греческий словарь
—
βατεύω
—
αθιγγανικός
—
Μαυροβούνια
—
υπολήπτομαι
—
σταβάρι
—
στεριά
—
στοματολογικός
—
δαμαλιστής
—
πανόμοιος
—
σοροπιάζω
—
μειδιώ
—
πνευματολατρεία
—
λάλημα
—
ταππώνω
—
πλουσιοπάροχος
—
εποχή
—
επιδοματούχος
—
νιοφούντωτος
—
αγγειοπλαστικός
—
διακονία
—
μικροχώρι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,