λεξικολόγ|ος

формы словаβ
λεξικολόγ|ος
ο, η лексиколог



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово лексиколог? — λεξικολόγος
как с (ново)греческого переводится слово λεξικολόγος? — лексиколог


κοφινούπαντρολογάωαγριέλικαβάλαεκατόοικονομιέμαιραπτεργάτριαθαλαμηπόλοςπόρτοΘεόδωροςπατριδογραφίαανθοπαραγωγόςαρχικόςπαραγκούλααποζημίωσηγλωσσοφαγιάφουτουριστικόςεξωμερίτικοςισοπεδωτήςμακρόθυμοςσταχυολόγησις




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit