Новогреческий словарь
θαλάμη
θαλάμη
η 1)
патронник
;
2)
нора
(подводных животных)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
патронник
? —
θαλάμη
как на
(ново)греческом
будет слово
нора
? —
θαλάμη
как с
(ново)греческого
переводится слово
θαλάμη
? — патронник, нора
#
(ново)греческий словарь
—
μικρογραφικός
—
ανακαινίστρια
—
πρωτοπαθής
—
ανθοπαραγωγός
—
ξεροψήνομαι
—
καραγκιοζάκι
—
αστραπιαίος
—
βαθυμέτρηση
—
περιτύλιγμα
—
ζυγοσταθμευτής
—
θηριομορφία
—
περιτειχίζω
—
αφροκοπώ
—
αμέσως
—
ενσυνείδητος
—
παρακκλήσι
—
γερμάνιο
—
σωματίδιο
—
απόλογος
—
προσκομίζω
—
παραχέρι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,