Новогреческий словарь
φαρμακόγλωσσος
φαρμακόγλωσσος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
φαρμακόγλωσσος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
δογματικότητα
—
κατασχίζω
—
συνδαυλιστής
—
υαλίτης
—
έως
—
ιδεάζομαι
—
μανούρι
—
ξερρωγιάζω
—
χοντρός
—
νιζάμης
—
συμπώ
—
ξενοφοβία
—
αλληλοδιάψευση
—
νυχτέρεμα
—
προσεπικύρωση
—
ισχυρογνώμονας
—
απομονωτικός
—
χειροθετώ
—
καρμίρης
—
ορφάνευμα
—
σκύλιασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,