φαρμακόγλωσσος

формы словаβ
φαρμακόγλωσσος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово φαρμακόγλωσσος? —


αλβανόφωνοςμουγγρίεγγλέζικαφίλυπνοςεκμισθωτήςαστάρομααγαλλιάζωδιδακτήριοδυσλεξικόςπρηνηδόνμαστοριάισπανικόςανερευνώανικανοποίητοελεγκτήραςξαμολλιέμαιεθνοποιώθερμίδακοιτάμενοςσκάσίλαβασανισμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit