Новогреческий словарь
απόληψη
απόληψη
η
расход
;
~ κατάθεσης — изъятие вклада (из банка, сберкассы)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
расход
? —
απόληψη
как с
(ново)греческого
переводится слово
απόληψη
? — расход
#
(ново)греческий словарь
—
ασφαλτώδης
—
ακατάθετος
—
σχεδιογράφηση
—
αλυσωτός
—
καλαναρχίζω
—
ανόργωτος
—
νομοτελής
—
τετράπλευρος
—
όστρια
—
αντίκρυ
—
συμπεθερικός
—
γαβάτα
—
αγοραστικός
—
θερμός
—
εμβολο
—
υγροποιητικός
—
σκορδοφαγία
—
ξώφαρσα
—
τιμω
—
εξαμηνία
—
τροχείον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,