Новогреческий словарь
πλαγιότιτλος
πλαγιότιτλ|ος
ο
боковое заглавие
(в газете)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
боковое заглавие
? —
πλαγιότιτλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλαγιότιτλος
? — боковое заглавие
#
(ново)греческий словарь
—
ληθαργικός
—
ψυχασθενής
—
ετεροφυλόφιλος
—
αγγελοπετριά
—
ακατάτακτος
—
ετερόχρονος
—
εμφυσώ
—
αναποδογυρισιά
—
ματαιοφρονώ
—
ανάφλογος
—
σταθμοδείκτης
—
οργανωτικός
—
μακαριώτατος
—
κυμαινόμενος
—
μικροσεισμοί
—
Αυστριακός
—
εναλλάξ
—
χαρίεσσα
—
κέντημα
—
μισοπαρανομία
—
αναρχοσοσιαλιστής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,