διπλοσκοπός

формы словаβ
διπλοσκοπός
ο воен. подчасок



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово подчасок? — διπλοσκοπός
как с (ново)греческого переводится слово διπλοσκοπός? — подчасок


ευτελίζωευθυπορίαερωτεύομαιξέθωροςβαρυπενθήςαλγησιςαθέριστοςακόσσιτοςλιανέμποροςκουτουλίζωαναπαραγωγήαγωνοθέτηςκούτσαβοςφουντωτόςαφόρετοςκατάκαυσηκοπροσκυλιάζωδιάλεξηνύχτωμαεπισμηναγόςανοσολογικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit