παπαγαλίστικος

формы словаβ
παπαγαλίστικος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παπαγαλίστικος? —


σκορπιέμαιγκεστίζωαμπελώναςτεσσαρακονθήμεροςεξατμιστήρφάσιμοστάλαγμαλεπτοκαμωμένοςσυνολικόςατριγύριγοςρεφορμιστικάκοχλιωτόςμολονότιονυχοφυίαβενετσιάνικοςδιατείχισμαπροπρύτανιςελεφαντίδιοναρκούμαιδιάλεκτοςοικώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit